Δικηγορική Εταιρεία KPAG Κοσμίδης & Συνεργάτες

Mergers & Acquisitions – Αγορά, μετατροπή, συγχώνευση και διάσπαση επιχειρήσεων στην Ελλάδα


1. Mergers & Acquisitons

Στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά προκύπτουν πολλές επιχειρηματικές ευκαιρίες λόγω της συνεχούς διεύρυνσής της, όπως και λόγω των ιδιαιτεροτήτων καθενός κράτους μέλους και του επιπέδου ανάπτυξής του. Σήμερα δεν αντιμετωπίζουν μόνο οι «global players», δηλαδή οι μεγάλες επιχειρήσεις, το ερώτημα της επέκτασης προς το εξωτερικό, αλλά και οι μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες επιθυμούν να συμμετάσχουν στην ευρωπαϊκή αγορά. Πέραν της ίδρυσης μίας νέας εταιρίας, υπάρχει η δυνατότητα της εξαγοράς ή της συμμετοχής σε μία ήδη υφιστάμενη εταιρία. Τέτοιου είδους επιχειρηματικές συναλλαγές έχει επικρατήσει να αποδίδονται διεθνώς «Mergers & Acquisitions», ή εν συντομία «M & A», ήτοι «Συγχωνεύσεις και αποκτήσεις».
Η διεθνής αγορά έχει επεκταθεί σημαντικά ιδίως από το ετός 2004 σ’ ότι αφορά τις «M & A». H τάση αυτή έχει φανεί και στην Ελλάδα, με διάφορες αποκτήσεις εταιριών ή συμμετοχές σε ελληνικές εταιρίες από ξένους επενδυτές. Η ίδρυση μίας νέας εταιρίας έχει συνήθως το μειονέκτημα της δαπάνης χρόνου για την εγκαθίδρυσή της στην αγορά και στην επίτευξη τζίρων. Με την εξαγορά ή συμμετοχή σε μία ήδη υπάρχουσα εταιρία, που έχει ήδη παρουσία σ’ αυτήν, έχει το πλεονέκτημα της άμεσης πρόσβασης στην αγορά, αλλά και της εκμετάλλευσης της ήδη υπάρχουσας φήμης της (σχέσεις με πελάτες και προμηθευτές της, εμπορικά σήματα κλπ.). Από την άλλη μεριά η εξαγορά μίας επιχείρησης μπορεί να προσδώσει στον επενδυτή μεγαλύτερη ρευστότητα και να συμβάλει στην βελτίωση της θέση της επιχείρησης στην αγορά.
Το πρόβλημα στις ανωτέρω πρακτικές, ιδίως εφόσον μιλούμε για συμμετοχές σε εταιρίες του εξωτερικού, είναι η ελλιπής εναρμόνιση των κατά τόπους δικαίων των κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά και οι τοπικές ιδιαιτερότητες που ακόμη είναι σημαντικές σε ορισμένες περιπτώσεις. Ακολούθως αναλύουμε κάποιες εναλλακτικές λύσεις στην ίδρυση νέας εταιρίας.

2. Η εξαγορά επιχείρησης:

Η εξαγορά επιχείρησης αποτελεί μία σύνθετη διαδικασία, κατά την οποία πρέπει να ξεκαθαριστούν διάφορες λεπτομέρειες. Διάκριση γίνεται μεταξύ της προκαταρκτικής φάσης, της κατάρτισης της σύμβασης και του σταδίου της ενσωμάτωσης. Παρατίθεται ακολούθως ένα πλάνο των ενεργειών και της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί.

2.1 Η εξέλιξη μίας εξαγοράς επιχείρησης είναι συνήθως η ακόλουθη:

2.2 «Due Dilligence»

Η «due dilligence» έχει ιδιαίτερη σημασία κατά την εξαγορά της επιχείρησης. Για την αξιολόγηση της επιχείρησης και την μείωση των ανοικτών και κρυφών ρίσκων πρέπει να συγκεντρωθούν οι πληροφορίες που αφορούν την επιχείρηση, ώστε να μπορούν να υπολογιστούν από την μία πλευρά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, και από την άλλη πλευρά οι ευκαιρίες και τα ρίσκα της σχεδιαζομένης εξαγοράς. Στην εγγράφως καταρτιζομένη «due dilligence» καταγράφονται όλες οι πληροφορίες, γεγονότα και ιδιαιτερότητες, για τον σκοπό, μεταξύ άλλων, καταγραφής και απόδειξης. Η «due dilligence» πρέπει να περιέχει όλες τις πληροφορίες τις σχετικές με την επιχείρηση.

2.3 Η σύμβαση εξαγοράς

Εφόσον η «due dilligence» έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς και το τίμημα έχει καθοριστεί, ακολουθεί ο σχεδιασμός της σύμβασης εξαγοράς. Συμβάσεις εξαγοράς επιχείρησης καταρτίζονται στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού κώδικα, με έμφαση στις διατάξεις περί πώλησης και εγγύησης στην πώληση, όπως επίσης και λοιπές σημαντικές διατάξεις του ΑΚ αλλά και του εμπορικού κώδικα.
Η σύμβαση εξαγοράς, πέραν από τα αναγκαία στοιχεί (essentialia negotii), περιέχει και πληροφορίες για τα μέρη, την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης και του τιμήματος, ρυθμίσεις για την εγγυητική ευθύνη του πωλητή, εξασφαλίσεις και εγγυήσεις, οι οποίες είναι πολύ σημαντικές για κάθε σύμβαση εξαγοράς. Επίσης ρυθμίζονται θέματα σε σχέση με την ανάληψη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τις υπάρχουσες συμβάσεις της, τυχόν απαλλαγές από ευθύνη και υποχρεώσεις, ποινικές ρήτρες, απαγορεύσεις περί ανταγωνισμού, ρυθμίσεις για τις συνέπειες σε περίπτωση μη εκπλήρωσης κλπ.
Σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων από τον πωλητή, έχει ο αγοραστής το δικαίωμα μείωσης του τιμήματος, διόρθωσης ή αντικατάστασης. Εάν η συμβατικά συμφωνημένη παροχής δεν εκπληρωθεί ή εκπληρωθεί καθυστερημένη, μπορεί ο αγοραστής να ζητήσει εκπλήρωση, ή να υπαναχωρήσει από την σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης.
Η αγορά ή συμμετοχή ολοκληρώνεται στις κεφαλαιουχικές εταιρίες στο πλαίσιο μίας συμφωνίας «share deals» με την μεταβίβαση των μεριδίων (μετοχών) σε κάποια άλλη επιχείρηση. Για την πώληση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ είναι απαραίτητος ο συμβολαιογραφικός τύπος, ενώ για την πώληση μετοχών ΑΕ (που δεν είναι εισηγμένες) η μεταβίβαση μπορεί να γίνει και με απλό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο όμως πρέπει να θεωρείται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Για τις μετοχές που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο η αγοραπωλησία γίνεται με την διαδικασία που προβλέπουν οι αντίστοιχοι χρηματιστηριακοί νόμοι.
Η αγορά περιουσιακών στοιχείων μίας εταιρίας ονομάζεται «asset-deal», και έχει νόημα κυρίως όταν ενδιαφέρει η απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων, και όχι η απόκτηση της εταιρίας αυτής καθ’ αυτής.

2.4 Δίκαιο ανταγωνισμού

Εάν με την εξαγορά της επιχείρησης προκύπτει μία ιδιαίτερα μεγάλη επιχείρηση ή καταλαμβάνεται ένα μεγάλο μερίδιο σε μία σχετική αγορά, τότε η εξαγορά μπορεί να χρήζει εξετάσεως υπό του πρίσματος του δικαίου ελευθέρου ανταγωνισμού, και δη τον σχετικό νόμο 703/77, καθώς και τις συναφείς διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου.

3. Φορολογικά προνόμια στην μετατροπή, συγχώνευση και διάσπαση

Η μετατροπή, συγχώνευση και διάσπαση εταιριών σύμφωνα με τους νόμους περί ΕΠΕ και ΑΕ συνοδεύονται από φορολογικά προνόμια. Οι σχετικές διατάξεις ευρίσκονται μεταξύ άλλων στους νόμους 2166/1993, 1297/1972 κα 2386/1996. Έτσι δεν καταβάλλονται π.χ. φόροι και τέλη σύμφωνα με το άρ. 3 ν. 2166/1993 σε σχέση με την διενέργεια της πράξης. Σύμφωνα με το άρ. 3 του ν. 12971972, είναι και οι μεταβιβάσεις ακινήτων στο πλαίσιο της μετατροπής και της συγχώνευσης αφορολόγητες.
Σύμφωνα με το άρ. 7 του ν. 2386/1996 και προς σκοπό ενίσχυσης των μεσαίων επιχειρήσεων, απολαμβάνουν οι εταιρίες που προκύπτουν από συγχώνευση ή νεοιδρυόμενες με συγχώνευση όλων των εταιρικών μορφών (προσωπικές, ΕΠΕ, ΑΕ) για τις πέντε πρώτες οικονομικές τους χρήσεις φοροαπαλλαγή ύψους 25% επί των κερδών τους (η εταιρία που αποκτήθηκε ωστόσο δεν μπορεί να είναι ωστόσο ΑΕ).
Βάσει των παραπάνω μπορεί να έχει νόημα, αντί για ίδρυση μίας νέας εταιρίας, η απόκτηση μίας ήδη υπάρχουσας εταιρίας μέσω συγχώνευσης ή διάσπασης για την απολαβή των παραπάνω φορολογικών προνομίων. Επίσης και η μετατροπή μίας εταιρίας σε άλλον εταιρικό τύπο μπορεί να έχει τέτοια προνόμια.

4. Μετατροπή εταιρίας σε άλλο εταιρικό τύπο

Μία υφιστάμενη εταιρία μπορεί να μετατραπεί σε άλλον εταιρικό τύπο. Η περίπτωση αυτή είναι γνωστή ως μετατροπή. Ένας συγκεκριμένος νόμος για τις μετατροπές εταιεριών δεν υφίσταται στην Ελλάδα. Οι σχετικές ρυθμίσεις προβλέπονται εν μέρει στο νόμο 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, καθώς και στο νόμο 3190/1955 περί ΕΠΕ. Σύμφωνα με αυτούς, μπορούν τα νομικά πρόσωπα να μετασχηματιστούν μέσω συγχώνευσης, διάσπασης, μεταβίβασης περιουσίας ή μετατροπής σε κάποια άλλη εταιρική μορφή.
Η μετατροπή μίας ΑΕ σε ΕΠΕ γίνεται σύμφωνα με το άρ. 51 ν. 3190/1955 και άρ. 66 ν. 2190/1920 με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και του παθητικού. Η απόφαση περί μετατροπής και οι απαραίτητες δηλώσεις συγκατάθεσης των εταίρων πρέπει να καταρτιστούν συμβολαιογραφικά. Για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ίδρυσης του νέου εταιρικού τύπου.
Η μετατροπή μίας ΕΠΕ σε ΑΕ απαιτεί σύμφωνα με το άρ. 67 ν. 2190/1920 πλειοψηφία 3/4 της γενικής συνέλευσης, κατόπιν εκτίμησης του ενεργητικού και του παθητικού. Η απόφαση περί μετατροπής πρέπει να περιέχει το καταστατικό της ΑΕ, στοιχεία για τον διορισμό του πρώτου διοικητικού συμβουλίου, καθώς και τις παρακάτω ενδείξεις, ενώ πρέπει να κατατίθεται προς έγκριση από την αρμόδια νομαρχία.

Η συμβολαιογραφική απόφαση περί μετατροπής πρέπει να περιέχει

Προηγείται η εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας. Η μετατροπή υπόκειται στις διατάξεις περί δημοσιεύσης του ν. 3190/1955.
Η μετατροπή μίας Ο.Ε. ή Ε.Ε. σε ΕΠΕ γίνεται σύμφωνα με το άρ. 53 του ν. 3190/1955 με συμβολαιογραφική σύμβαση μετατροπής. Η σύμβαση αυτή περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω και στην ΑΕ.
Η μετατροπή μίας ΟΕ ή ΕΕ σε ΑΕ γίνεται, σύμφωνα με το άρ. 67 παρ. 2 του ν. 2190/1920, εφόσον δεν προβλέπεται κάτι άλλο στο καταστατικό, με ομόφωνη απόφαση όλων των εταίρων, κατόπιν προηγούμενης εκτίμησης του ενεργητικού και του παθητικού.
Η επωνυμία της μετατρεπομένης εταιρίας μπορεί να παραμείνει ως τμήμα της επωνυμίας της ΕΠΕ. Οι ομόρρυθμοι εταίροι της ΟΕ ή της ΕΕ ευθύνονται μετά την ίδρυση για τις παλαιές υποχρεώσεις της μετατρεπομένης εταιρίας για 5 έτη από την δημοσίευση της μετατροπής.

5. Συγχώνευση κεφαλαιουχικών εταιριών

Η συγχώνευση εταιριών περιορισμένων ευθύνης ή ανωνύμων εταιριών είναι δυνατή με βάση τα άρ. 54 ν. 3190/1955 ή 68 επ. ν. 2190/1920, είτε

  1. με ίδρυση νέου νομικού προσώπου με μεταβίβαση της περιουσίας δύο ή περισσοτέρων εταιριών (μεταβιβάζουσες εταιρίες) είτε εξ ολοκλήρου είτε σε μία νέα εταιρία που ιδρύουν (ΕΠΕ ή ΑΕ), ή
  2. με την απόκτηση της περιουσίας ενός ή περισσοτέρων προσώπων (μεταβιβάζουσες εταιρίες) ως σύνολο σε κάποιο άλλο υφιστάμενο πρόσωπο (αποκτών)

Με την συγχώνευση μεταβιβάζει μία εταιρία ολόκληρη την περιουσία της σε μία ή περισσότερες εταιρίες που ήδη υπάρχουν ή ιδρύονται.
Η συγχώνευση απαιτεί στην ΕΠΕ σύμφωνα με το άρ. 54 ν. 3190/1955 την λήψη απόφασης των εταίρων των συμμετεχουσών εταιριών με πλειοψηφία τριών τετάρτων. Η συγχώνευση μπορεί να ολοκληρωθεί το πρώτο 2 μήνες μετά την εκπλήρωση των διατάξεων περί δημοσιότητας και εφόσον δεν έχει εγείρει ουδείς δανειστής των εταιριών ενστάσεις κατά της συγχώνευσης. Επίσης πρέπει σύμφωνα με το άρ. 55 του ν. 3190/1955 να καταρτιστεί μεταξύ των μερών μία συμβολαιογραφική σύμβαση συγχώνευσης, η οποία πρέπει να περιέχει διατάξεις για τις σημαντικές ρυθμίσεις του ν. 3190/1955.
Στην ΑΕ η συγχώνευση γίνετια με βάση τα άρ. 68-80 του ν. 2190/1920. Σύμφωνα με το άρ. 72 απαιτείται η λήψη απόφασης της γενικής συνέλευσης όλων των εταιριών που συμμετέχουν. Κατά το άρ. 69 ν. 2190/1920 απαιτείται η σύνταξη σχεδίου συγχώνευσης.

Το σχέδιο (σύμβαση συγχώνευσης) πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις:

Κατά το άρ. 69 παρ. 4 του ν. 2190/1920, το διοικητικό συμβούλιο κάθε μίας από τις συγχωνευόμενες εταιρίες καταρτίζει επίσης λεπτομερή έκθεση, στην οποία επεξηγεί και δικαιολογεί, από νομική και οικονομική άποψη, το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης, και ειδικότερα την σχέση ανταλλαγής των μετοχών, και πρέπει να καταλήγει με την δήλωση, ότι η σχέση ανταλλαγής είναι δίκαιη, καθώς και με ποιες μεθόδους προκύπτει η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής. Επίσης, πρέπει να αναφέρεται η αξία της εισφερόμενης εταιρικής περιουσίας στο σύνολό της (ενεργητικό και παθητικό) για την μεταβολή του κεφαλαίου της απορροφούσας εταιρίας, και δήλωση για το αν η μέθοδος που υιοθετήθηκε είναι κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίπτωση, την αξία που προέκυψε από την εφαρμογή της μεθόδου και γνώμη για την βαρύτητα που αποδόθηκε σε ορισμένες μεθόδους για τον προσδιορισμό των αξιών αυτών, καθώς και περιγραφή των τυχόν δυσκολιών που προέκυψαν κατά την εκτίμηση.
Η σύμβαση συγχώνευσης, οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων για συγχώνευση και υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 ότι δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις ή ότι οι προβληθείσες επιλύθηκαν, αφού υποβληθούν προς έγκριση από την αρμόδια νομαρχία, υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο μητρώο ΑΕ και σε ΦΕΚ.
Η συγχώνευση με ίδρυση νέας εταιρίας γίνεται κατά το άρ. 80 ν. 2190/1920 με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 69 έως 77 ν. 2190/1920. Από τη συγχώνευση των εταιριών προκύπτει μία νέα εταιρία.

6. Διάσπαση ανώνυμης εταιρίας

Η διάσπαση ΑΕ προβλέπεται στα άρ. 81-89 ν. 2190/1920 και πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέων εταιριών, είτε με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιριών.

Για την διάσπαση πρέπει να ληφθεί απόφαση των γενικών συνελεύσεων όλων των ΑΕ που συμμετέχουν σ’ αυτήν. Σύμφωνα με το άρ. 82 πρέπει και τα διοικητικά συμβούλια των εταιριών να καταρτίσουν εγγράφως σχέδιο σύμβασης διάσπασης που να περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέραμε και παραπάνω σε σχέση με τη συγχώνευση. Για την έκθεση εκτίμησης στοιχείων ισχύουν όσα αναφέραμε παραπάνω για τα άρ. 71-74 ν. 2190/1920.
Για την διάσπαση με σύσταση νέων εταιριών εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρ. 88 ν.2190/1920, οι διατάξεις των άρ. 82-86 ν. 2190/1920 που αφορούν τη διάσπαση με απορρόφηση.
Για τη διάσπαση με απορρόφηση και με σύσταση νέων εταιριών εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρ. 89, οι διατάξεις των άρ. 82-87 και 88 ν. 2190/1920.

Πηγή: ΚΟΣΜΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ
www.rechtsanwalt.gr